ΕΝΟΙΚΙΑΖΟΝΤΑΙ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΙ

 

Σκλάβοι με λευκά κολάρα

1. / 2.   

Ακριβώς την ημέρα που οι έλληνες εργαζόμενοι μάθαιναν και επίσημα (από την Ευρωπαϊκή Ενωση) ότι είναι οι φτηνότεροι στην Ε.Ε. μετά τους Πορτογάλους, έμελλε ο κολοσσός της Εθνικής Τράπεζας να διώξει κάπου 400 από τους φτηνότερους και περισσότερο «αναλώσιμους» υπαλλήλους του, τους οποίους απασχολούσε εντατικά από ενάμιση έως πέντε ολόκληρα χρόνια.

 

Στις 28 του περασμένου μήνα, 250 νοικιασμένοι άνθρωποι (επιστήμονες οι περισσότεροι) που ξελάσπωσαν την ΕΤΕ σε όλη τη δύσκολη φάση των αλλεπάλληλων εκσυγχρονισμών της είδαν την πόρτα των αποδυτηρίων, για να ακολουθήσουν σταδιακά έως τον Μάιο και οι υπόλοιποι. Η αποστολή τους έπρεπε να τελειώσει, εφόσον (έστω και υπενοικιαζόμενοι) τις επόμενες εβδομάδες -σύμφωνα με το νόμο 2956/2001- θα θεμελίωναν δικαίωμα σταθερής απασχόλησης στη «Μεγάλη μας Φίλη». Τους εκμεταλλεύτηκαν ώς το μεδούλι και τους πέταξαν, φέρνοντας στο νου τις αυθεντικότερες παραδόσεις του δουλεμπορίου.

Τα στελέχη της τράπεζας με τα οποία μιλήσαμε δεν έχουν να κρύψουν τίποτα γι' αυτές τις παράπλευρες απώλειες του νεοφιλελεύθερου πολέμου που διεξάγει η επιχείρησή τους. Δεν έχουν να ντραπούν για τίποτα. Πέτυχαν άλλωστε τον κεντρικό τους στόχο: Αύξησαν την παραγωγικότητα, ξεπέρασαν τους κραδασμούς των προσαρμογών στο νέο ανταγωνιστικό περιβάλλον, κέρδισαν τη συναίνεση της ηγετικής ομάδας των συνδικάτων, συμπίεσαν το κόστος εργασίας και, κυρίως, δεν «επιβάρυναν» την τράπεζα με μόνιμο προσωπικό -πολιτική που απ' ό,τι φαίνεται το επόμενο διάστημα θα απειλήσει κι άλλες κατηγορίες τραπεζοϋπαλλήλων, αλλά που, ωστόσο, θα καταχειροκροτηθεί στην επόμενη συνέλευση των μετόχων της ΕΤΕ.

Σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις, το 11% των εργαζομένων στην ΕΤΕ την τελευταία πενταετία αποτελείται είτε από εποχικούς, πάμφθηνους «εκπαιδευόμενους» (συγχρηματοδοτούμενους από το κράτος και την Ε.Ε.), είτε από υπαλλήλους με διάφορα «ευέλικτα», επίσης φτηνότερα, εργασιακά καθεστώτα. Ολη αυτή η δραματική ανατροπή των εργασιακών σχέσεων, παρ' ότι σκανδαλώδης από τη σκοπιά των εργαζομένων, εμπεδώνεται πάνω σε μια εκσυγχρονισμένη νομική πραγματικότητα -έστω κι αν σε κάμποσες περιπτώσεις ακόμη κι αυτή παραβιάζεται χωρίς ουσιαστικές συνέπειες. 

- Επομένως, τι νοιάζει τη διοίκηση της ΕΤΕ το απροειδοποίητο πέταγμα στο δρόμο αυτών των υπενοικιαζομένων ανθρώπων; 

- Τι τη νοιάζει αν αυτοί οι εργαζόμενοι ξενύχτησαν (με χιλιάδες απλήρωτες ώρες υπερωρίας) για να αποδώσουν τα αμέτρητα συστήματα πληροφορικής ενόψει των νέων τραπεζικών προϊόντων, να γίνουν στην ώρα τους τα ταχυδακτυλουργικά split των μετοχών, να εκκαθαριστούν τα πελατολόγια, να προλάβουν τις «πτώσεις» του ηλεκτρονικού δικτύου, να γίνουν τόσα και τόσα άλλα που ήταν αδύνατο η διοίκηση της ΕΤΕ να τα φορτώσει στο μόνιμο προσωπικό της τράπεζας;

Ο υποδιοικητής της τράπεζας Θ. Πανταλάκης δεν μπορεί να δει το ζήτημα συναισθηματικά. Το αντίθετο: 

«Οι άνθρωποι αυτοί», μας είπε, «ήρθαν να υποστηρίξουν την αναδιοργάνωση της τράπεζας και κανείς δεν τους υποσχέθηκε ότι θα μείνουν. Από την αρχή τούς ξεκαθαρίσαμε ότι πέραν του 16μήνου δεν θα δουλέψει κανείς, άλλωστε δεν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της τράπεζας». 

Τεχνικές εκμετάλλευσης

Και επειδή αυτά που μας είπε είναι πολύ συζητήσιμα, μιας και ελέγχονται και ως ανακριβή, και κυρίως επειδή έχει ήδη ξεσπάσει ο σχετικός θόρυβος μετά τις επίμονες κινητοποιήσεις των απολυμένων και τις σχετικές ερωτήσεις στη Βουλή του Παν. Λαφαζάνη (βουλευτή του ΣΥΝ) -που προφανώς δεν αρέσουν στον κύκλο των φίλων του κ. Καρατζά- ο κ. Πανταλάκης έσπευσε να μας δηλώσει καθαρά: 

«Στο μέλλον η ΕΤΕ δεν θα ευνοήσει την υπενοικίαση υπαλλήλων. Θα προτιμήσει το σύστημα outsourcing, θα αναθέτουμε δηλαδή σε τρίτες εταιρείες μέρος των δραστηριοτήτων μας εφόσον δημιουργούνται νέες ανάγκες». 

Κατά την εκτίμησή μας ο υποδιοικητής στην προσπάθειά του να επουλώσει τις πληγές που αφήνουν (στο ίματζ της τράπεζας) οι ομαδικές απολύσεις των νοικιασμένων, ανοίγει -με αυτή του τη δήλωση- τον ασκό του Αιόλου στις σχέσεις του με τα συνδικάτα. Αυτό όμως, θα είναι μια επόμενη ιστορία καθημερινής εργασιακής τρέλας.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ιδιαίτερα ικανός παρατηρητής των εξελίξεων στην αγορά εργασίας για να αντιληφθεί ότι οι τραπεζίτες αισθάνονται ελαφρώς προδομένοι από την κυβέρνηση για το περιεχόμενο του νόμου 2956/2001 περί «Σύστασης και Λειτουργίας των Εταιρειών Προσωρινής Απασχόλησης» (για την υπενοικίαση εργαζομένων). Είναι φανερό ότι τον ήθελαν ακόμα πιο δουλοκτητικό, για ακόμα μεγαλύτερη συμπίεση του εργατικού κόστους και ακόμα μεγαλύτερη παραγωγικότητα.

* Οταν πριν από πέντε περίπου χρόνια άρχισε η φάμπρικα με τους υπενοικιαζόμενους υπαλλήλους στην ΕΤΕ (και αργότερα και σε πολλές άλλες τράπεζες), όλα έδειχναν ότι το σύστημα θα προχωρήσει χωρίς εμπόδια. 

Εκείνη την εποχή (1998) δημιουργήθηκε μια εταιρεία «δανεισμού προσωπικού» (οριακής νομιμότητας), η INTERSYS ΑΒΕΕ, που με βάση ένα σύστημα πελατειακών εξυπηρετήσεων (και αορίστων υποσχέσεων για μελλοντική επαγγελματική αποκατάσταση στον τραπεζικό τομέα) επέλεγε και διοχέτευε δεκάδες νέες και νέους, με αξιόλογα εργασιακά προσόντα, κυρίως στην Εθνική Τράπεζα. Τότε με 3μηνες συμβάσεις των 160.000 δρχ. το μήνα και με κακοπληρωμένες ή απλήρωτες χιλιάδες ώρες υπερωριών, με εργασία τα Σαββατοκύριακα κ.λπ., δίχως βεβαίως τα επιδόματα που απολάμβαναν οι συνδικαλισμένοι τραπεζοϋπάλληλοι, οι νοικιασμένοι έκαναν σαφώς εντατικότερη δουλειά στο ίδιο αντικείμενο με τους μονίμους συναδέλφους τους (των 250.000 δρχ. το μήνα, συν τα επιδόματά τους).

Οι θέσεις εργασίας που στελεχώνουν οι υπενοικιαζόμενοι καλύπτουν κάθε τομέα υπεύθυνων τραπεζικών εργασιών (μετοχές, δάνεια, οικονομικές μελέτες, μηχανοργάνωση, ταμεία κ.ά.). Αυτό το ξέρουν όλοι στην ΕΤΕ. 

**Το 1999 η INTERSYS φτάνει να νοικιάζει στην ΕΤΕ περί τους 200 υπαλλήλους. Οι συμβάσεις ανανεώνονται κανονικά, οι αμοιβές μένουν προφανώς σταθερές. Εννοείται ότι τα πάσης φύσεως επιδόματα απόδοσης που απολαμβάνουν οι μόνιμοι καθώς και το επίπεδο ιατροφαρμακευτικής περίθαλψής τους δεν επεκτείνεται στους νοικιασμένους. Αυτοί αποτελούν μια «κατώτερη φυλή» ανθρώπου. 

**Στο τέλος του 2000, σχεδόν το 50% των συμβασιούχων της INTERSYS «περικόπτεται», και οι εναπομείναντες χρεώνονται διπλή δουλειά στα πόστα τους σε διάφορες νευραλγικές υπηρεσίες στην ΕΤΕ, με ανεπαίσθητες αυξήσεις των αμοιβών τους. 

**Παράλληλα ετοιμάζεται και η καλοδεχούμενη από τους τραπεζίτες σχετική νομοθεσία για τον «δανεισμό εργαζομένων», γεγονός που κινητοποιεί την ΕΤΕ (και άλλες τράπεζες) να προετοιμαστούν. Επιλέγεται η σύσταση μιας θυγατρικής εταιρείας DATAPLAN Α.Ε. «αξιοποίησης ανθρωπίνου δυναμικού», στην οποία «μετέχει έμμεσα» κατά 100% η ΕΤΕ. Η εταιρεία αυτή ανήκει δηλαδή στην ΕΤΕ.

**Πρώτο κύμα ενοικίασης: Περίπου 400 άνθρωποι της DATAPLAN δανείζονται σε όλη την επικράτεια του δικτύου της ΕΤΕ για να εργαστούν στο κρίσιμο πρόγραμμα «υποδοχής» του ευρώ. Τα κριτήρια για τις προσλήψεις, όπως μας καταθέτουν οι ίδιοι οι νοικιασμένοι, σε πολλές περιπτώσεις ικανοποιούσαν πελατειακές σχέσεις στελεχών της τράπεζας και ορισμένα πολιτικά ρουσφέτια, γεγονός που συνεπώς συνέχιζε να καλλιεργεί τις γνωστές αυταπάτες για μελλοντική τους ένταξη στον «προνομιούχο» κορμό των μονίμων υπαλλήλων της τράπεζας. 

Αυτό εξηγεί και την ευκολία με την οποία πολλοί νοικιασμένοι δέχονταν αγόγγυστα κάθε είδους σκληρής, και εν πάση περιπτώσει πολύωρης και κακοπληρωμένης εργασίας.

**Το 2001 στην ΕΤΕ συνυπάρχουν οι υπενοικιαζόμενοι της INTERSYS και της DATAPLAN. Στο τέλος του χρόνου, όταν πλέον έχει ψηφιστεί το εκτρωματικό νομικό πλαίσιο για το «δανεισμό» εργαζομένων, απορροφώνται όλοι στην DATAPLAN και υπογράφονται 8μηνες συμβάσεις περίπου σύμφωνες με το νόμο 2659/2001 που -όπως είπαμε- δεν ικανοποιούσε τις μακροπρόθεσμες επιθυμίες των εργοδοτών, ιδίως κλάδων (όπως οι τράπεζες) όπου έχουν κατακτηθεί ικανοποιητικές κλαδικές συμβάσεις και βελτιωμένο ασφαλιστικό καθεστώς. 

* «Οταν δημιουργήσαμε την DATAPLAN περιμέναμε έναν άλλο νόμο και όχι αυτό το πράγμα, τον 2956, που γράφτηκε στο πόδι. Με τη λήξη των συμβάσεων των υπενοικιαζομένων, το επόμενο διάστημα, θα κλείσουμε την DATAPLAN», μας έλεγε στέλεχος του ομίλου της ΕΤΕ. Φυσικά το ότι η εταιρεία «Προσωρινής Απασχόλησης» στερείται την ειδική άδεια του υπουργείου ή ότι έχει μετοχικό κεφάλαιο κατά πολύ μικρότερο απ' όσο προβλέπει ο νόμος, αποτελούν λεπτομέρειες.

* Με λίγα λόγια ο νόμος 2956/2001 προβλέπει ότι οι μισθωμένοι υπάλληλοι πρέπει να αμείβονται και να ασφαλίζονται σύμφωνα με το εργασιακό καθεστώς του έμμεσου εργοδότη, αν είναι ευνοϊκότερο της Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας -όπως στην περιπτωσή μας όπου ο έμμεσος εργοδότης είναι η ΕΤΕ (άρθρα 2, 10). 

* Οταν δε οι υπενοικιαζόμενοι συμπληρώσουν 18μηνο συνεχούς εργασίας στον ίδιο έμμεσο εργοδότη, τότε «αυτοδίκαια η σύμβασή τους μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη» (άρθρα 4 και 5). 

* Αυτό χάλαγε τα σχέδια της ΕΤΕ, αν μάλιστα πάρουμε υπόψη ότι -κατά το νόμο- το ακαθόριστο «εύλογο» διάστημα διακοπής της σύμβασης μέχρι να πραγματοποιηθεί από μηδενική βάση η επαναπρόσληψη -δίχως δηλαδή τον «κίνδυνο» μετατροπής της προσωρινής σύμβασης σε σύμβαση αορίστου χρόνου- ήταν νομικά έωλο.

* Μελετώντας μερικές από τις πρώτες 8μηνες ατομικές συμβάσεις της DATAPLAN (υπογεγραμμένες στις 3 και 21/12/2001, μετά την εφαρμογή του σχετικού νόμου), διαπιστώνουμε με ποιο τρόπο καταγράφεται η δυσφορία της τράπεζας, για την οποία μιλήσαμε πιο πάνω, απέναντι στις φιλεργατικές δήθεν διατάξεις του: Στη μία, της 3/12, υπάρχει παράγραφος (4.1) όπου ρητά προβλέπεται ότι οι αποδοχές των υπενοικιαζομένων μισθωτών θα «ανέρχονται στο ύψος των τακτικών αποδοχών που ο έμμεσος εργοδότης (ΕΤΕ) καταβάλλει στο προσωπικό του», ενώ στην άλλη ατομική 8μηνη σύμβαση, 21/12, αναφέρεται ότι ο μισθωτός με τα λεφτά που θα του δίνει η DATAPLAN οφείλει να «ικανοποιείται πλήρως και ουδεμία απαίτηση να έχει» (4.2). 

* Χρειάστηκε να περάσει ένας ολόκληρος χρόνος σκληρής δουλειάς για να αποφασίσει η DATAPLAN και η ΕΤΕ να φέρει τις αμοιβές των νοικιασμένων στο επίπεδο του πρώτου (φυσικά) κλιμακίου των μονίμων συναδέλφων τους και να τους δώσει αναδρομικά όσα τους χρώσταγε -χωρίς, ξανατονίζουμε, να συμπεριλάβει τα ειδικά επιδόματα, τα bonus κ.λπ. που απολαμβάνουν μόνο οι υπάλληλοι της «πρώτης ταχύτητας». 

* Το μέλλον θα πρόσθετε και άλλες, ακόμα πιο ακραίες, «ευέλικτες» θέσεις εργασίας. Λόγου χάρη, μια εταιρεία Υπηρεσιών Καθαριότητας ονόματι ΕΥΚ, θα προμήθευε προσωπικό μερικής απασχόλησης (4ωρη ημερήσια εργασία) για βοηθητικές τραπεζικές υπηρεσίες στην ΕΤΕ προς 600 ευρώ το μήνα κατά κεφαλή, αμείβοντας ωστόσο τον εργαζόμενο με μηνιάτικο της τάξεως των 250. Η χρηματική διαφορά προφανώς προορίζεται για την πρωτοποριακή ιδέα του outsourcing. 

Η συνδικαλιστική ηγεσία, Σύλλογος Υπαλλήλων ΕΤΕ (ΣΥΕΤΕ) και η Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων (ΟΤΟΕ) γνώριζε από την πρώτη στιγμή και όπως προκύπτει από την μικρή ιστορία της τελευταίας πενταετίας, κατ' αρχήν αποδέχθηκε αυτούς τους εργασιακούς «εκσυγχρονισμούς». Εχοντας καθώς φαίνεται εξασφαλίσει ένα δημόσιο διαγωνισμό περιορισμένου αριθμού προσλήψεων σε σχέση με τις τεράστιες ανάγκες της ΕΤΕ, μέσα από τον οποίο όμως βολεύτηκαν και τα «δικά τους παιδιά» (που πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2002), δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στις καλπάζουσες παράπλευρες εργασιακές απορυθμίσεις. Δεν πίεσε για περισσότερες προσλήψεις ανθρώπων με πλήρη δικαιώματα, αν και ήταν φανερό ότι οι ανάγκες για νέες θέσεις εργασίας είχαν πολλαπλασιαστεί. 

Η σιωπή των συνδικάτων

Στο τεύχος Φεβρουαρίου 2003 της «Τραπεζιτικής», μηνιαίας εφημερίδας του ΣΥΕΤΕ, διαβάζουμε για τα επιτεύγματα της διοίκησης του σωματείου την τριετία που πέρασε: «Μετά την ψήφιση τροπολογίας στη Βουλή με την οποία εξαιρέθηκε η ΕΤΕ από τις διαδικασίες του ΑΣΕΠ, η Διοίκηση προχώρησε τις διαδικασίες για την πρόσληψη 500 νέων συναδέλφων για το Δίκτυο της Τράπεζας (...) Από τον αριθμό των 500 προσλήψεων ο ΣΥΕΤΕ πέτυχε οι 150 θέσεις να αφορούν τέκνα συναδέλφων και έτσι να επανέλθει ο θεσμός (sic) αυτός μετά από 22 χρόνια». 

Ωστόσο, ήδη από τον Νοέμβριο 2001, σε ένα σεμινάριο του Ινστιτούτου Εκπαίδευσης της ΕΤΕ, η Δρ Οικονομίας της Εργασίας και σύμβουλος της ΟΤΟΕ, Βάνα Γεωργακοπούλου εξηγούσε με ακρίβεια τα πράγματα που έρχονται: «Στην Ελλάδα η τραπεζική απασχόληση έχει αυξηθεί και αυτό οφείλεται κυρίως στην ανάπτυξη της ελληνικής τραπεζικής αγοράς, στην εισαγωγή νέων τραπεζικών προϊόντων, στην είσοδο νέων επιχειρήσεων, στη διείσδυση των ελληνικών τραπεζών στις βαλκανικές και παρευξείνιες χώρες και στην εσωτερική αναδιοργάνωση και εφαρμογή νέων τεχνολογιών στον τραπεζικό χώρο. Η ΟΝΕ και η εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος σίγουρα θα επιφέρει μεταβολές στην τραπεζική απασχόληση. Με βάση μελέτες που έχουν γίνει για το πρώτο εξάμηνο του 2002, οι τράπεζες της Ευρωζώνης ίσως χρειαστεί να απασχολήσουν πρόσθετο προσωπικό για να αντεπεξέλθουν στην απόσυρση των εθνικών νομισμάτων, στην ενημέρωση των πελατών τους (...). Για την ικανοποίηση αυτής της ανάγκης οι τράπεζες πιθανόν να προστρέξουν σε έκτακτο προσωπικό, σε απλήρωτες υπερωρίες, σε δανεισμό εργαζομένων, σε outsourcing και σε άλλες μεθόδους οι οποίες κρίνονται επικίνδυνες και με σοβαρές συνέπειες για τους εργαζόμενους, τουλάχιστον αν αυτές γίνονται εκτός συμφωνιών με τα συλλογικά όργανα. Αυτές οι νέες μορφές αποδιαρθρώνουν το ισχύον θεσμικό καθεστώς και πρέπει να αντιμετωπίζονται άμεσα από τα συνδικάτα και να μην αφήνονται στη διακριτική ευχέρεια των εργοδοτών».

Τι απ' όλα αυτά συμφωνήθηκε (πιθανώς κάτω από το τραπέζι) μεταξύ συνδικάτων και εργοδοσίας δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε. Το σίγουρο είναι ότι η ΟΤΟΕ έχει τυπικά θέσει ένα ειδικό κεφάλαιο τόσο στο κείμενο της καταγγελίας της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας του 2001, όσο και σ' αυτό του 2002, στο οποίο σημειώνει: 

«Η εκτεταμένη χρήση από τις τράπεζες τρίτων εταιρειών με δανεικό προσωπικό, που απασχολείται με σαφώς υποδεέστερους όρους αμοιβής και εργασίας και ελεύθερο ωράριο ακόμα και σε καθαρά τραπεζικές εργασίες, δημιουργεί σοβαρά προβλήματα συρρίκνωσης του τραπεζικού επαγγέλματος, συνοχής του κλάδου, βιωσιμότητας των ασφαλιστικών ταμείων και τήρησης των συλλογικών ρυθμίσεων για το σύνολο του προσωπικού. Στη βάση αυτή εκτιμάμε ότι η ανάθεση έργων ή η εξωτερίκευση εργασιών σε τρίτους πρέπει να γίνεται μόνο κατ' εξαίρεση και να επιτρέπεται μόνο όταν δεν καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες (...) και δεν υποκαθιστά ή καταργεί θέσεις του υφισταμένου προσωπικού...». 

Οπως προκύπτει όμως από όλα τα δεδομένα, οι υπενοικιαζόμενοι όχι μόνο τοποθετήθηκαν σε δύσκολες και εξειδικευμένες θέσεις εργασίας, καλύπτοντας αναμφίβολα πάγιες και διαρκείς ανάγκες της τράπεζας, αλλά και υποβοήθησαν σε αρκετές περιπτώσεις το υφιστάμενο προσωπικό να χαλαρώνει από την εργασιακή ένταση και δυστυχώς να εισπράττει bonus από τη δουλειά που πρόσφεραν οι ...σκλάβοι με τα λευκά κολάρα. 

Ακούγοντας τις διηγήσεις των απολυμένων σε πολλές περιπτώσεις θυμηθήκαμε ιστορίες με «παλιούς» και «νέους» φαντάρους από τις πιο αυταρχικές εποχές των στρατώνων της υποταγής και της εκμετάλλευσης. Ισως αυτές οι πολύπλοκες σχέσεις, μέσα στις οποίες βολευόταν μέρος της συνδικαλισμένης βάσης των μονίμων υπαλλήλων και φαινομενικά δεν ανατρέπονταν οι παραδοσιακές συνδικαλιστικές συντεταγμένες, να ήταν ο λόγος για τον οποίο ο πρόεδρος της ΟΤΟΕ Δ. Κουσελάς προτίμησε να μας παραπέμψει ευγενικά στους συλλόγους, επικαλούμενος την ευλαβική τήρηση της συνδικαλιστικής δεοντολογίας, παρά να διακινδυνεύσει μια καθαρή θέση για το τι θα γίνει με τους απολυμένους.

Στην πρόσφατη Γενική Συνέλευση των μελών του ΣΥΕΤΕ οι υπενοικιαζόμενοι μοίρασαν ένα «ανοιχτό γράμμα», σε μια φράση του οποίου έθεσαν, κατά τη γνώμη μας, όλη την ουσία του προβλήματος. Αφραγκοι πια, ξεζουμισμένοι, χωρίς να έχουν να χάσουν τίποτα, μπορούν τουλάχιστον να λένε τα πράγματα με το όνομά τους. 

«Εμείς, λοιπόν -γράφουν- αποτελούμε την πρώτη φουρνιά εργαζομένων οι οποίοι γίνονται αντικείμενο διπλής εκμετάλλευσης τόσο από τη διοίκηση της Εθνικής, τους διευθυντές και τους προϊσταμένους της, όσο και (δυστυχώς) από κάποιους από εσάς τους μόνιμους υπαλλήλους. Αντί να σταθείτε δίπλα μας στην εργασιακή μας αβεβαιότητα, μας συμπεριφέρεστε πολλές φορές ως εργαζόμενους "δεύτερης κατηγορίας". Μην ξεχνάτε όμως πως η σημερινή εντατικοποιημένη εργασία με διαρκή αξιολόγηση θα αποτελέσει αύριο τον πολιορκητικό κριό για την καταπάτηση και των δικών σας κατοχυρωμένων εργασιακών δικαιωμάτων».

Σήμερα στο δρόμο είναι η πρώτη φουρνιά των νοικιασμένων σκλάβων με τα λευκά κολάρα, αύριο είναι βέβαιο ότι θα χτυπήσει η καμπάνα του outsourcing για πολλές άλλες φουρνιές εφησυχασμένων τραπεζοϋπαλλήλων. Και όλα αυτά σε μια μακρά περίοδο απίστευτης επέκτασης των δραστηριοτήτων, των επενδύσεων και των κερδών του τραπεζικού κεφαλαίου.

Ομως κάπως έτσι δεν αυτοκαταστρέφονται πάντοτε οι κοντόφθαλμες συνδικαλιστικές συντεχνίες;

(Ελευθεροτυπία, 23/3/2003)

 

www.iospress.gr                                  ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ