Τα "ξένα χέρια" του "Ιού"


Ξεκινώντας από διαφορετικές αφορμές, μια δημόσια συζήτηση διεξάγεται τον τελευταίο καιρό γύρω από τα Αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών. Αντικείμενο της συζήτησης, που ως επί το πλείστον έχει παραμείνει σε χαμηλούς τόνους, είναι τόσο η πρόσβαση των ερευνητών σε αυτά όσο και η χρήση τους. Η υπόθεση μπορεί να μοιάζει «τεχνική», στην πραγματικότητα όμως είναι βαθιά πολιτική, καθώς αφορά τη δυνατότητα των πολιτών να ελέγχουν το ιστορικό παρελθόν της χώρας -και, σε τελική ανάλυση, την ίδια την ποιότητα της δημοκρατίας. 

Το ζήτημα ήρθε πάλι στη δημοσιότητα μετά την πρόσφατη έκδοση του τελευταίου βιβλίου του Γρηγόρη Φαράκου («Ο ΕΛΑΣ και η Εξουσία»), το οποίο -μεταξύ άλλων- περιέχει και κάποια ντοκουμέντα από το Ιστορικό Αρχείο του Υπ.Εξ. (ΙΑΥΕ). Την ειδική δηλαδή υπηρεσία, η οποία έχει σκοπό την «ταξινόμηση, συντήρηση, φύλαξη και αξιοποίηση των γραπτών, οπτικοακουστικών και ηλεκτρονικών αρχείων του Υπουργείου», καθώς και τον «αποχαρακτηρισμό αρχείων, την έκδοση μελετών και την προαγωγή της έρευνας» (αρθρ.17.1 του ν.2594/98). Σύμφωνα με τον ίδιο νόμο, τα ντοκουμέντα του αρχείου «όταν παρέλθει τριακονταετία από την έκδοσή τους, διατίθενται στην ιστορική έρευνα» (με ορισμένες εξαιρέσεις, που γίνονται με υπουργική απόφαση για λόγους «προστασίας των εθνικών συμφερόντων ή της προσωπικότητας φυσικών προσώπων») - αν και, στην πράξη, η πρόσβαση του κοινού στους φακέλους εξακολουθεί ακόμη να διέπεται από το προϋπάρχον καθεστώς της 50ετίας (όπως όριζε το Β.Δ. 426 του 1959). Οι αιτήσεις για την έκδοση των σχετικών αδειών στους ερευνητές εξετάζονται από ειδική επιτροπή. Αυτή τη διαδικασία ακολούθησε, όπως όλοι οι ερευνητές, και ο κ. Φαράκος.

Η συνέχεια έγινε γνωστή από τις εφημερίδες. Η προϊσταμένη του ΙΑΥΕ Φωτεινή Τομαή-Κωνσταντοπούλου αντέδρασε στην έκδοση του «ΕΛΑΣ» με επιστολή της προς τον συγγραφέα, στην οποία του «υπενθυμίζει» ότι ο κανονισμός του Αρχείου «προβλέπει την απαγόρευση της δημοσίευσης όλου ή μέρους εγγράφων ΥΠΕΞ χωρίς προηγούμενη άδεια της Υπηρεσίας» και τον «παρακαλεί» στο εξής «να μην παραλείψει αυτή του την υποχρέωση, όπως όλοι οι ερευνητές». Στην απάντησή του, ο κ. Φαράκος τονίζει πως αυτή η ρύθμιση παρεμποδίζει ουσιαστικά το έργο των ερευνητών κι επισημαίνει ότι δεν είναι σκόπιμο «οι οποιοιδήποτε τύποι ιδιοκτησίας να προσθέτουν προσκόμματα στην ούτως ή άλλως δύσκολη προσπάθεια για αξιοποίηση πολύτιμων αρχειακών εγγράφων». 

Τα αδιευκρίνιστα κριτήρια

Ισως είναι η πρώτη φορά που η πρόσβαση κι αξιοποίηση του ΙΑΥΕ φτάνει με αυτό τον τρόπο στις εφημερίδες, η σχετική όμως συζήτηση δίνει και παίρνει εδώ και χρόνια στο εσωτερικό της επιστημονικής κοινότητας. Μολονότι λίγα πράγματα έχουν αποτυπωθεί γραπτά, κοινή είναι η αίσθηση ότι τα κριτήρια για την έκδοση μιας άδειας έρευνας ή τη δημοσίευση εγγράφων είναι τόσο δυσδιάκριτα ώστε να προκαλούν ουκ ολίγα ερωτηματικά. Εν έτει 1996, λ.χ., η έκδοση από το ημιεπίσημο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα της Θεσσαλονίκης του πρώτου από τους τρεις τόμους μιας σειράς με ιστορικά ντοκουμέντα («Οι απαρχές του Μακεδονικού Αγώνα (1903-04). 100 έγγραφα από το Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας») προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Υπουργείου, που θεώρησε το γεγονός «καθ’ όλα αντιδεοντολογικό από κάθε άποψη» και ζήτησε επίσημα «τη μη συνέχιση εκδοτικής ολοκλήρωσης του τόμου με νέα έγγραφα». (Τελικά, παρά τις αντιρρήσεις, οι δύο επόμενοι τόμοι εκδόθηκαν το 1997 και 1998, αντίστοιχα). Ισως πιο ευδιάκριτα να είναι τα πράγματα στην περίπτωση του ιστορικού Φίλιππου Κάραμποτ, το αίτημα του οποίου να μελετήσει τους φακέλους του Μεσοπολέμου τους σχετικούς με τους Σλαβομακεδόνες απορρίφθηκε το 1997 με τη -μάλλον άκομψη- δικαιολογία ότι το ΙΑΥΕ «βρίσκεται σε στάδιο μηχανοργάνωσης». Την επόμενη χρονιά, και μετά τη δημόσια καταγγελία του συμβάντος, η σχετική άδεια χορηγήθηκε.

Αμεση προσωπική εμπειρία αυτής της αντιφατικότητας είχαμε, άλλωστε, κι εμείς -οι συντάκτες του 'Ιού'. Ενα μέλος της συντακτικής μας ομάδας, ο Τάσος Κωστόπουλος, πραγματοποιεί εδώ και χρόνια έρευνα στα Αρχεία του Υπ.Εξ. για το Μακεδονικό, χωρίς κανένα πρόβλημα. Η σχετική αίτησή του εγκρίθηκε τον Αύγουστο του 1996 κι έκτοτε ανανεώνεται σε τακτική βάση, ένα δε μέρος από το προϊόν της έρευνάς του χρησιμοποιήθηκε στη συγγραφή του βιβλίου «Η απαγορευμένη γλώσσα» που κυκλοφόρησε πέρυσι από τις εκδόσεις «Μαύρη Λίστα». Εντελώς διαφορετική υπήρξε, όμως, η εμπειρία ενός άλλου μέλους της ομάδας, της Αγγέλικας Ψαρρά. Οταν τον Ιούνιο του 1999 ζήτησε τη σχετική άδεια, σημείωσε -όπως όλοι- στο τυποποιημένο σχετικό έντυπο το αντικείμενο της έρευνάς της: "Γυναίκες και κόμματα/φορείς της αριστεράς κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου". Ακολούθησε συζήτηση με την προϊσταμένη του Αρχείου, κατά την οποία η κ. Κωνσταντοπούλου ισχυρίστηκε ότι το ΙΑΥΕ δεν διαθέτει στοιχεία για το θέμα αυτό, καθώς και ότι η αρμόδια επιτροπή πρέσβεων δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να διευκολύνει μια μελέτη με το συγκεκριμένο αντικείμενο. Η συντάκτρια του "Ιού" της αντέτεινε ότι γνωρίζει καλά πως στο αρχείο φυλάσσονται δεκάδες φάκελοι με έγγραφα της μεσοπολεμικής περιόδου που αναφέρονται στην "κομμουνιστική προπαγάνδα", τη "δραστηριότητα κομμουνιστών", τα "μέτρα κατά του κομμουνισμού", τις "αντικομμουνιστικές αστικές οργανώσεις" κ.ο.κ. Η κ. Κωνσταντοπούλου επέμεινε ότι όλα αυτά δεν έχουν σχέση με τις γυναίκες και αρνήθηκε να αποδεχθεί το αυτονόητο, ότι, δηλαδή, ακόμη κι αν ίσχυε κάτι τέτοιο, η απουσία ενός στοιχείου αποδεικνύεται σε πολλές περιπτώσεις πολύτιμη ιστορική μαρτυρία. Ζήτησε στη συνέχεια από την Α. Ψαρρά να "τροποποιήσει" το θέμα της έτσι ώστε "να γίνει αποδεκτό από τους πρέσβεις". Απαίτησε μάλιστα, ενώπιον τρίτων και κατά τρόπο εξαιρετικά προσβλητικό, μια "καλύτερη διατύπωση" του θέματος, η οποία, αφαιρώντας το σκέλος "γυναίκες", θα αλλοίωνε κυριολεκτικά το αντικείμενο της έρευνας. Η συντάκτρια του "Ιού" αρνήθηκε να αναδιατυπώσει το θέμα της και λίγες ημέρες αργότερα παρέλαβε ταχυδρομικά την απόρριψη του αιτήματός της: "Σε απάντηση αιτήματός σας για έρευνα στους φακέλους του Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου των Εξωτερικών, σας πληροφορούμε ότι για το θέμα της μελέτης που επιλέξατε θα πρέπει να απευθυνθείτε στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, ως αρμοδίου φορέα [sic] τήρησης των σχετικών με το θέμα σας φακέλων. Με εντολή Υπουργού. Η Προϊσταμένη Φ. Τομαή-Κωνσταντοπούλου, Εμπειρογνώμων Α'" (αρ.πρωτ. Φ. 7100/128/295f).

Βασιλικότεροι του βασιλέως

Αυτά όσον αφορά τα όρια των θεσμών. Ομως, ακόμη κι εκεί που οι ίδιες οι κρατικές υπηρεσίες δεν βάζουν φραγμό στην ιστορική έρευνα, υπάρχουν οι καλοθελητές που προσπαθούν με κάθε τρόπο να επιβάλουν τις δικές τους αντιλήψεις περί της πρέπουσας διαβάθμισης του αρχειακού υλικού και την «προστασία» του από βέβηλα βλέμματα. Εθνικόφρονες αρθρογράφοι και πάσης φύσεως νοσταλγοί της ιδεολογικής ευταξίας παλιότερων εποχών, συγκροτούν έτσι ένα ιδιότυπο λόμπι που, βασιλικότερο του βασιλέως, κινδυνολογεί ασύστολα με δεδηλωμένο σκοπό την παρεμπόδιση της έρευνας πάνω σε όσες πλευρές της ιστορίας του τόπου θα όφειλαν κατά τη γνώμη του να μείνουν εσαεί «εθνικό απόρρητο». 

Μιλάμε, κι αυτή τη φορά, από προσωπική εμπειρία. Στις 14 του περασμένου Ιουλίου, το εβδομαδιαίο περιοδικό «Πολιτικά Θέματα» κυκλοφόρησε με τον προκλητικό τίτλο «Εθνικά απόρρητα σε ξένα χέρια» κι αντίστοιχη εικονογράφηση στο εξώφυλλό του. Το θέμα αφορούσε καταγγελία του συμβούλου έκδοσης του περιοδικού -και προέδρου της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας (ΕΜΕΙ)- Γεράσιμου Αποστολάτου, ότι τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς κυκλοφόρησαν «κάποια βιβλία καθαρά ανθελληνικού περιεχομένου, που το περιεχόμενό τους επεδίωκε να πείσει ότι η χώρα μας έχει προβεί -κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα- σε εθνοκάθαρση μειονοτικών ομάδων, με κυριότερη εκείνη των Σλαβομακεδόνων». Οι τίτλοι τους δεν αναφέρονταν, με το πρωτοφανές σκεπτικό ότι δεν πρέπει να υπάρξει αρνητική διαφήμιση, ενώ ενδιαφέρουσα ήταν η εκτίμηση του αρθρογράφου ότι «η εργασία των συγγραφέων είναι πραγματικά ενυπωσιακή» και «τόσο εμπεριστατωμένη, ώστε εάν δεν είχε προκλητικά ανθελληνικό περιεχόμενο και κακόβουλες τοποθετήσεις, θα μπορούσε να τους συστήσει για βραβείο Ακαδημίας». Η ουσία ωστόσο της καταγγελίας αφορούσε αυτήν ακριβώς την «εντυπωσιακή» τεκμηρίωση: «Δημοκρατία έχουμε, ο καθένας μπορεί να γράφει ό,τι θέλει. Αλλά οι συγγραφείς δεν εσταμάτησαν στην έκφραση μιας απόψεως. Στα πολυσέλιδα αυτά βιβλία καταγράφονται, με πλήρη στοιχεία, 350 απόρρητα έγγραφα του Υπουργείου Εξωτερικών που αφορούν το θέμα αυτών των μειονοτήτων. Τα δημοσιευόμενα απόρρητα έγγραφα χρονολογούνται από την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα και των Βαλκανικών πολέμων μέχρι των ημερών μας!». Και το δημοσίευμα κατέληγε στο αγωνιώδες ερώτημα: «Είναι ξέφραγο αμπέλι, κ. Υπουργέ των Εξωτερικών, το Υπουργείο σας και πάς ανήρ ξυλεύεται; 350 απόρρητα έγγραφα της εξωτερικής μας πολιτικής, στα χέρια κάποιων που θέλουν να πλήξουν τη χώρα, ζητούν εξηγήσεις. Αναμένομεν...». 

Το σίριαλ συνεχίστηκε μέχρι τις 8 Σεπτεμβρίου, όταν ο ίδιος ο κ. Αποστολάτος «αποκάλυψε» ότι τα περίφημα «βιβλία-φάντασμα» ήταν ... ένα και μόνο: το βιβλίο του (συντάκτη του 'Ιού') Τάσου Κωστόπουλου «Η απαγορευμένη γλώσσα». Στο ίδιο τεύχος, οι αναγνώστες των «Π.Θ.» πληροφορούνταν και για άλλες, όχι και τόσο δημοσιογραφικές δραστηριότητες των εθνικών λαγωνικών: «Η σοβαρότητα του θέματος επέβαλε στο περιοδικό μας να αναμείνουμε τις ενέργειες της κυβερνήσεως, αφού μέσω τρίτου προσώπου πληροφορήσαμε και τον ίδιο τον πρωθυπουργό. Δυστυχώς, δεν υπήρξε καμιά αντίδραση. Ετσι αναγκαστήκαμε να δημοσιοποιήσουμε το θέμα μετά τρίμηνο αναμονής». Φυσικά, το ζητούμενο παρέμεινε το ίδιο -ο αποκλεισμός της πρόσβασης στο επίμαχο αρχείο: «Απομένει προς διευκρίνιση εάν το ΥΠΕΞ προτίθεται να επανεξετάσει την ασφάλεια των Απορρήτων Εγγράφων του, για να μην κυκλοφορούν στα χέρια προσώπων που αρέσκονται να καταγγέλλουν τη χώρα».

Υπήρξαν, φυσικά, οι δέουσες απαντήσεις σ’ αυτά τα υβριστικά και συκοφαντικά δημοσιεύματα. Οσοι αναγνώστες μας ενδιαφέρονται, μπορούν να διαβάσουν το σχετικό διάλογο στο δικτυακό τόπο των εκδόσεων «Μαύρη Λίστα» (www.blacklistbooks.com). Το ζήτημα είχε λοιπόν κλείσει και δεν θα μπαίναμε στον κόπο να ξανασχοληθούμε μαζί του, αν το σίριαλ των «εθνικών απορρήτων σε ξένα χέρια» δεν έφτανε, κατόπιν εορτής, μέχρι τη ...Βουλή! Με την υπ’ αριθ. 3844 ερώτησή του της 14ης Νοεμβρίου, ο βουλευτής Τρικάλων της ΝΔ Σωτήρης Χατζηγάκης επαναλαμβάνει το αρχικό δημοσίευμα των «Π.Θ.» και, αγνοώντας προφανώς τη συνέχεια, ζητά να μάθει από τον Υπουργό Εξωτερικών «εάν επιβεβαιώνει το περιεχόμενο του συγκεκριμένου δημοσιεύματος» και τι έπραξε για την "επιστροφή" των ντοκουμέντων στα αρχεία του Υπουργείου!

Στην έγγραφη απάντηση του υπουργού Εξωτερικών (30/11/00, ΑΠ:Φ.15/315/ΑΣ 194 δις) προς τον ερωτώντα, επικράτησαν ευτυχώς οι ψύχραιμοι τόνοι. Διευκρινίζοντας περί τίνος ακριβώς πρόκειται, κι αναλύοντας με συγκεκριμένα στοιχεία την κιτρινίλα του αρχικού δημοσιεύματος, ο κ. Παπανδρέου καταλήγει στο αυτονόητο: "Η έρευνα και η μελέτη στο αναγνωστήριο της Υπηρεσίας Ιστορικού Αρχείου είναι ελεύθερη για το κοινό". 

Καλό είναι, βέβαια, αυτές οι αρχές να εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση -και χωρίς ιδιάζοντα ιδιοκτησιακά σύνδρομα...

(Ελευθεροτυπία, 27/1/2001)

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ "ΙΟΥ"

Η απάντηση του ΥΠΕΞ (Επιστολές, 12/2/2001)

 

www.iospress.gr