Τα αμερικανικά μίντια συνεχίζουν να λογοκρίνουν τα ρεπορτάζ που κρίνονται ανεπιθύμητα
 

Οι «απαγορευμένες» ειδήσεις
 

Για ακόμη μία χρονιά, αποκαλυπτικά ρεπορτάζ που θίγουν «ευαίσθητες» πτυχές της αμερικανικής πολιτικής δεν μπόρεσαν να διαπεράσουν το τείχος που ορθώνουν γύρω τους τα επίσημα μέσα ενημέρωσης της χώρας, έντυπα και ηλεκτρονικά.

Η στήλη έχει επανειλημμένα ασχοληθεί με τις νέες μορφές λογοκρισίας των ΜΜΕ που τείνουν να παγιωθούν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις σύγχρονες αυτές εκδοχές της, η λογοκρισία ταυτίζεται με την υποβάθμιση ή/και απόκρυψη των «ανεπιθύμητων» ειδήσεων και επιτυγχάνεται μέσω της μονοπωλιακής διαχείρισης της ενημέρωσης από εταιρείες-κολοσσούς που διατηρούν εξαιρετικά στενούς δεσμούς με την πολιτική και οικονομική ελίτ της χώρας. Σημαντικές ειδήσεις «χάνονται» έτσι στις σελίδες κάποιου εναλλακτικού μέσου χωρίς την ελπίδα να γίνουν γνωστές στο ευρύ κοινό.

Στο ζοφερό αυτό κλίμα, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η ετήσια δημοσίευση του «Project Censored», του τόμου που συγκεντρώνει τις πιο ενδιαφέρουσες αλλά και καλύτερα τεκμηριωμένες δημοσιογραφικές έρευνες που λογοκρίθηκαν τη χρονιά που πέρασε. Εδώ και είκοσι εννέα ήδη χρόνια, η επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου της Σονόμα (Σαν Φρανσίσκο) ξεχωρίζει είκοσι πέντε από χίλια «απαγορευμένα» ρεπορτάζ και αναθέτει σε επιτροπή εμπειρογνωμόνων την ταξινόμησή τους βάσει της ποιότητας και του ενδιαφέροντος που παρουσιάζουν για την πολιτική ζωή της χώρας. (Βλ. σχετικά, «Τα "κομμένα" του 2004», Ιός 17/10/2004). Ο επικεφαλής του «Project Censored», καθηγητής Πίτερ Φίλιπς, μάς παραχώρησε την άδεια να δημοσιεύσουμε τα λογοκριμένα ρεπορτάζ του 2004-2005, από τα οποία επιλέγουμε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα.

1. Απόλυτη αδιαφάνεια: Η κυβέρνηση Μπους ξηλώνει συστηματικά το θεσμικό πλαίσιο που εξασφάλιζε την πρόσβαση όχι μόνο των πολιτών αλλά και του ίδιου του Κογκρέσου στα κυβερνητικά πεπραγμένα. Εκθεση του βουλευτή Χένρι Ουάξμαν που δόθηκε στη δημοσιότητα το φθινόπωρο του 2004 αποδεικνύει ότι περιορίζεται πλέον δραστικά η εφαρμογή των νόμων που σχετίζονται με το δικαίωμα στην πληροφόρηση. Την ίδια στιγμή προκρίνεται μια όλο και πιο διασταλτική ερμηνεία των νόμων που εμποδίζουν την πρόσβαση σε ορισμένα δεδομένα, ενώ δημιουργούνται νέες κατηγορίες «απόρρητων» πληροφοριών και ολόκληρα τμήματα της διοίκησης εξαιρούνται από τον δημόσιο έλεγχο.

Στο στόχαστρο βρίσκεται κυρίως ο νόμος για την ελευθερία της πληροφόρησης (FOIA), ο οποίος δίνει στους πολίτες τη δυνατότητα να ζητήσουν σαφή πληροφόρηση από κάποια κυβερνητική υπηρεσία και να καταφύγουν στο ομοσπονδιακό δικαστήριο αν η συγκεκριμένη υπηρεσία αρνηθεί να ικανοποιήσει το αίτημά τους. Η απαξίωση του νόμου ξεκίνησε από την εποχή της κυβέρνησης Ρίγκαν, αλλά επί Μπους το κακό παράγινε: χρησιμοποιώντας κατά αυθαίρετο τρόπο τις εξαιρέσεις που ορίζει ο νόμος, οι υπηρεσίες ταξινομούν πλέον ως απόρρητες όλο και περισσότερες κατηγορίες πληροφοριών, αρνούμενες να αποκαλύψουν δεδομένα ακόμη και στις επιτροπές του Κογκρέσου. Διόλου τυχαία, στα έγγραφα που θεωρήθηκαν απόρρητα περιλαμβάνονται στοιχεία για τις επαφές μεταξύ ορισμένων εταιρειών ενέργειας και του αντιπροέδρου Ντικ Τσένι, μνημόνια του Λευκού Οίκου αναφερόμενα στα όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ Χουσεΐν εκθέσεις για τα βασανιστήρια στο Αμπού Γκράιμπ. Τον Μάρτιο του 2002, η κυβέρνηση Μπους απαγόρευσε την πληροφόρηση σχετικά με τα «όπλα μαζικής καταστροφής», συμπληρώνοντας ότι δεν πρέπει να παρέχονται πληροφορίες, η κακή χρήση των οποίων «ενδέχεται να βλάψει την ασφάλεια του έθνους μας και την ασφάλεια του λαού μας». Ερμηνεύοντας κατά το δοκούν την ασαφή αυτή διάταξη, οι υπηρεσίες αρνούνται πλέον κάθε πληροφόρηση των πολιτών στο όνομα της «εθνικής ασφάλειας».

2. Δολοφονίες αμάχων στο Ιράκ: Ομάδα Αμερικανών επιστημόνων σε συνεργασία με Ιρακινούς συναδέλφους τους μελέτησαν συστηματικά το πρόβλημα της θνησιμότητας στο Ιράκ. Σύμφωνα με τα πορίσματα της έρευνας, τα οποία δημοσιεύτηκαν στο έγκυρο βρετανικό ιατρικό περιοδικό «Λάνσετ» («Lancet», 29/10/04), οι θάνατοι αμάχων που συνδέονται με την εισβολή και την κατοχή του Ιράκ ανέρχονται τουλάχιστον σε 100.000, χωρίς να αποκλείεται να είναι κατά πολύ περισσότεροι. Το 95% των θανάτων αυτών προκλήθηκαν από αεροπορικούς βομβαρδισμούς και η πλειονότητα των θυμάτων ήταν γυναίκες και παιδιά.

Η έρευνα ολοκληρώθηκε πριν από τη δεύτερη επίθεση στη Φαλούτζα το φθινόπωρο του 2004. Το 83% των κατοίκων της εγκατέλειψαν την πόλη, ενώ οι 50.000 που παρέμειναν εγκλωβίστηκαν από τις δυνάμεις του Συνασπισμού και υπέστησαν την πιο απάνθρωπη μεταχείριση. Στερήθηκαν νερό, φαγητό και φάρμακα, ενώ οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους πυροβολούσαν αδιακρίτως όποιον τολμούσε να βγει από το σπίτι του και εκτελούσαν ολόκληρες οικογένειες που, ανεμίζοντας άσπρη σημαία, προσπαθούσαν να φύγουν από την πόλη. Αμερικανοί στρατιώτες επιτέθηκαν σε ασθενοφόρα, σκότωσαν ανθρώπους που δεν καταλάβαιναν αγγλικά, πέρασαν με τανκς πάνω από τραυματίες και άφησαν νεκρούς άταφους να τους τρώνε τα σκυλιά στους δρόμους. Μέχρι τον Δεκέμβριο του 2004 είχαν σκοτωθεί τουλάχιστον 6.000 Ιρακινοί στη Φαλούτζα και είχε καταστραφεί το ένα τρίτο της πόλης.

3. Ενδείξεις νοθείας: Τον Νοέμβριο του 2004 ο Μπους πήρε τρία εκατομμύρια ψήφους περισσότερες από τον Κέρι, για τον οποίο, ως γνωστόν, τα έξιτ πολ προέβλεπαν ότι θα νικούσε με διαφορά πέντε εκατομμυρίων ψήφων. Η διαφορά αυτή των οκτώ συνολικά εκατομμυρίων ψήφων υπερβαίνει κατά πολύ το περιθώριο λάθους που θεωρείται λογικό για τις μετρήσεις αυτού του τύπου (λιγότερο από 1%). Αναλυτές των δεδομένων που συγκέντρωσαν οι δύο εταιρείες έξιτ πολ θεωρούν ότι, στατιστικά, οι πιθανότητες ενός λάθους της τάξης του 5%, όπως αυτό που σημειώθηκε στις συγκεκριμένες εκλογές, έχει μία πιθανότητα στις 100.000 να συμβεί, γεγονός που προκαλεί υπόνοιες νοθείας. Σύμφωνα με τους καθηγητές Στιβ Φρίμαν και Τζος Μίτελντορφ, τα έξιτ πολ υπήρξαν σχετικά ακριβή μόνο σε εκλογικές περιφέρειες όπου ήταν ακόμη σε χρήση η παλιά μέθοδος καταμέτρησης των ψηφοδελτίων με το χέρι. Αντιθέτως, η απόσταση ανάμεσα στα έξιτ πολ και τα αποτελέσματα υπήρξε σαφώς μεγαλύτερη στις κρίσιμες, αμφιταλαντευόμενες, πολιτείες. Εκτός αυτού, στα προπύργια των Ρεπουμπλικανών, ο Κέρι έλαβε μόνο τα δύο τρίτα των ψήφων που του έδιναν τα έξιτ πολ και ο Μπους κατά πολύ περισσότερα (10%), ενώ στα προπύργια των Δημοκρατικών τα αποτελέσματα των εκλογών επαλήθευσαν σχεδόν επακριβώς τις προβλέψεις των έξιτ πολ. Οι δύο εταιρείες δημοσκοπήσεων (Edison Media Research και Mitofski International) υποστήριξαν στην τελική τους ανακοίνωση ότι οι ψηφοφόροι του Κέρι συμμετείχαν στα έξιτ πολ σε μεγαλύτερα ποσοστά από τους ψηφοφόρους του Μπους. Στην αρχική έκθεσή τους, ωστόσο, σημειωνόταν μεγαλύτερη προθυμία των ψηφοφόρων του Μπους να απαντούν στα έξιτ πολ.

4. Στρατιωτικές χρήσεις του τσουνάμι: Οπως συνέβη παντού, έτσι και στις Ηνωμένες Πολιτείες οι πολίτες κατέβαλαν ιδιαίτερες προσπάθειες για να συγκεντρώσουν χρήματα, τρόφιμα, ρούχα και φάρμακα για τους κατοίκους των περιοχών που χτυπήθηκαν από το φονικό τσουνάμι του περσινού Δεκεμβρίου. Αντιθέτως, η βοήθεια των δεκαπέντε εκατομμυρίων δολαρίων που αποφάσισε να προσφέρει η κυβέρνηση Μπους υπήρξε αναλογικά πολύ μικρότερη από εκείνη άλλων, λιγότερο πλούσιων, χωρών. Σοβαρότερο ωστόσο είναι το γεγονός ότι η αμερικανική κυβέρνηση εκμεταλλεύτηκε την καταστροφή που προκάλεσε το τσουνάμι για να προωθήσει τα στρατηγικά της σχέδια στην περιοχή: με πρόφαση τη διανομή βοήθειας, φροντίζει ήδη να ενισχύσει τις στρατιωτικές της συμμαχίες και να επεκτείνει τις βάσεις της στην περιοχή του Ινδικού, επιδιώκοντας τη βελτίωση των θέσεών της έναντι της ανερχόμενης κινεζικής δύναμης.

Με πρόφαση τις αλλεπάλληλες «ανθρωπιστικές» αποστολές, οι Ηνωμένες Πολιτείες πέτυχαν να ενεργοποιήσουν τις συμφωνίες στρατιωτικής συνεργασίας με την Ταϊλάνδη και τις Φιλιππίνες, ενώ αμερικανικά πολεμικά σκάφη κατέπλευσαν στη Σιγκαπούρη. Πεζοναύτες και πολεμικά πλοία έφτασαν στη Σρι Λάνκα παρά τους αρχικούς δισταγμούς της κυβέρνησης του νησιού να επιτρέψει την είσοδό τους. Τον Φεβρουάριο του 2005, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ αναθέρμανε τους δεσμούς του με τον ινδονησιακό στρατό, αγνοώντας τις διαμαρτυρίες ανθρωπιστικών οργανώσεων, οι οποίες κατήγγειλαν ότι οι ένοπλες δυνάμεις της Ινδονησίας απέκλεισαν συστηματικά από τη βοήθεια πολίτες ύποπτους για σχέσεις με τους αντάρτες. Σύμφωνα με δηλώσεις του πρώην υπουργού Εξωτερικών Κόλιν Πάουελ, η αμερικανική βοήθεια για τα θύματα του τσουνάμι πρόκειται να ενισχύσει τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας και «να εισαγάγει τις αμερικανικές αξίες στην περιοχή».

5. Ο θάνατος του πολεμικού ρεπορτάζ: Ο πόλεμος του Ιράκ υπήρξε ο πιο αιματηρός πόλεμος για τους ρεπόρτερ από τότε που η Διεθνής Ομοσπονδία Δημοσιογράφων διατηρεί σχετικά αρχεία: ως σήμερα, σαράντα εννέα εργαζόμενοι σε μίντια έχασαν τη ζωή τους στο Ιράκ. Αν και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι δόθηκε κάποια ρητή διαταγή να χτυπηθεί δημοσιογράφος, μαρτυρίες υποδεικνύουν τη σιωπηρή συνενοχή του Πενταγώνου στις δολοφονίες αυτές, γεγονός που πρέπει να συσχετιστεί με την πρωτόγνωρη προπαγανδιστική εκστρατεία κατά του δικαιώματος των ανταποκριτών να κινούνται ελεύθερα και με μια έστω υποτυπώδη ασφάλεια στην εμπόλεμη ζώνη. Ακόμη και μετά την εγκατάσταση της μεταβατικής κατοχικής κυβέρνησης στο Ιράκ, ασφαλείς υπήρξαν μόνον οι «ενσωματωμένοι» στις αμερικανικές δυνάμεις ρεπόρτερ, με τα γνωστά αποτελέσματα στο -ελεγχόμενο- προϊόν της δουλειάς τους. Το Πεντάγωνο αρνήθηκε σθεναρά να δώσει εγγυήσεις για την ασφάλεια των μη «ενσωματωμένων» δημοσιογράφων, παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις του «Ρόιτερς» και δημοσιογραφικών ενώσεων. Εκτός αυτού, οι αμερικανικές αρχές απέφυγαν να ελέγξουν πειθαρχικά έστω και έναν αξιωματικό ή στρατιώτη που ενέχεται στη δολοφονία δημοσιογράφου, όπως αποδείχθηκε στην περίπτωση του Ξενοδοχείου Παλαιστίνη, για την οποία οι Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα συνέλεξαν πολλά ενοχοποιητικά για τις αμερικανικές δυνάμεις στοιχεία.
 

(Ελευθεροτυπία, 24/9/2005)

 

www.iospress.gr